Βρίσκεστε εδώ: ΠαθήσειςΥπογονιμότητα - ΑνδρολογίαΚάμψη Πέους

Κάμψη Πέους

Άλλες ονομασίες της πάθησης είναι Νόσος Peyronie και ινώδης σκλήρυνση  πέους. Χαρακτηριστικό της νόσου είναι ο σχηματισμός μιας ινώδους πλάκας στο πέος, κάτω από το δέρμα με αποτέλεσμα την κάμψη και γωνίωση του πέους και πόνο κατά τη διάρκεια της στύσης. Σε κάποιες περιπτώσεις, η κάμψη αυτή μπορεί να είναι τόσο έντονη, ώστε να μην μπορεί να γίνει διείσδυση του πέους και τελικά η σεξουαλική επαφή να είναι ανέφικτη. Η παραμόρφωση και ο πόνος του πέους είναι δυνατό να κάνουν την σεξουαλική επαφή δύσκολη έως αδύνατη, διαταράσσοντας την σεξουαλική και συναισθηματική σχέση του ζευγαριού.

 

 Η νόσος δεν μεταδίδεται και η ακριβής αιτιολογία της παραμένει ασαφής. Είναι σαφώς μια καλοήθης κατάσταση που συμβαίνει πιο συχνά μετά την ηλικία των 45 χρόνων και με συνεχώς αυξανόμενη συχνότητα, χωρίς όμως να αποκλείονται και οι νεαρότερες ηλικίες. Συναντάται στο 1-3% του ανδρικού πληθυσμού, αλλά πιστεύεται ότι το ποσοστό αυτό είναι αρκετά μεγαλύτερο λόγω της απροθυμίας πολλών ασθενών να αναφέρουν το πρόβλημα τους και να αναζητήσουν βοήθεια, επειδή φοβούνται ότι μπορεί να πάσχουν από κάτι πολύ χειρότερο ή ακόμη και από αίσθημα ντροπής. Δεν σχετίζεται με λοιμώξεις ή με καρκίνο. Η παραμόρφωση που επέρχεται μπορεί να είναι σημαντική και να συνυπάρχει και μείωση του μήκους του πέους. Επίσης, υπάρχει πόνος κατά τη διάρκεια της στύσης και μείωση της διαμέτρου του πέους. Υπολογίζεται ότι το 30% των ασθενών με νόσο του Peyronie αντιμετωπίζουν τελικά και προβλήματα στυτικής δυσλειτουργίας λόγω της σημαντικής πεϊκής δυσμορφίας και της διαταραχής σε αγγειακό επίπεδο.

 

Ποιά είναι η θεραπεία ;


Η αντιμετώπιση της νόσου είναι απαραίτητη όταν η κάμψη του πέους είναι τέτοια που εμποδίζει την είσοδο στον κόλπο κατά τη σεξουαλική επαφή ή όταν η στύση συνοδεύεται από πόνο. Η θεραπεία μπορεί να είναι φαρμακευτική ή χειρουργική.
Πάντως, πολλοί άνδρες με νόσο του Peyronie δεν χρειάζονται καμιά θεραπεία. Στη βιβλιογραφία έχει περιγραφεί σημαντική πιθανότητα αυτόματης βελτίωσης των συμπτωμάτων του πόνου, του μεγέθους της πλάκας και της κάμψης, απλά με το πέρασμα του χρόνου. Αυτόματη ύφεση ή πλήρης ίαση της νόσου συμβαίνει στο 10-20% των ασθενών. Περίπου το 50% παραμένουν σταθεροί μετά την αρχική εκτίμηση, ενώ στο 30-40% των περιπτώσεων η νόσος επιδεινώνεται.
Η θεραπεία των ασθενών με νόσο του Peyronie στα πρώτα στάδια πρέπει να είναι όσο πιο συντηρητική γίνεται, έως ότου σταθεροποιηθεί η κατάσταση και γίνει εκ νέου εκτίμηση. Οι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να παραμένουν σεξουαλικά ενεργείς, καθώς δεν υπάρχει κανένα δεδομένο που να αποδεικνύει ότι η σεξουαλική δραστηριότητα μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση.
 

Η χειρουργική αντιμετώπιση ενδείκνυται μόνο όταν η νόσος είναι μέτριας ή βαριάς μορφής. Συνήθως εφαρμόζεται όταν η παραμόρφωση του πέους είναι τέτοια που προκαλεί δυσκολία στην σεξουαλική επαφή. Βασική αρχή πριν τη χειρουργική αντιμετώπιση είναι το να έχει σταθεροποιηθεί η βλάβη. Σε αντίθετη περίπτωση, η νόσος θα υποτροπιάσει καθώς η ίνωση εξελίσσεται και μεγαλώνει η πλάκα. 
 

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου του Peyronie έχει σαν στόχο την αποκατάσταση της λειτουργικότητας  του πέους δια μέσου διόρθωσης της κάμψης και θεραπείας της στυτικής δυσλειτουργίας. Παρά την ύπαρξη πολλών θεραπευτικών δυνατοτήτων,  λίγες έχουν δοκιμαστεί σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες με placebo μελέτες. 


 

Κύλιση στην Αρχή